HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αμαρτάνω — definition

Conjugation of αμαρτάνω

Regular CEFR B2
a.maɾˈta.no

διαπράττω αμάρτημα ή παρασπονδία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αμαρτάνω
εσύ αμαρτάνεις
αυτός / αυτή / αυτό αμαρτάνει
εμείς αμαρτάνουμε
εσείς αμαρτάνετε
αυτοί / αυτές / αυτά αμαρτάνουν
Παρατατικός
εγώ αμάρτανα
εσύ αμάρτανες
αυτός / αυτή / αυτό αμάρτανε
εμείς αμαρτάναμε
εσείς αμαρτάνατε
αυτοί / αυτές / αυτά αμάρταναν
Αόριστος
εγώ αμάρτησα
εσύ αμάρτησες
αυτός / αυτή / αυτό αμάρτησε
εμείς αμαρτήσαμε
εσείς αμαρτήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αμάρτησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αμαρτήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αμαρτήσω
εσύ αμαρτήσεις
αυτός / αυτή / αυτό αμαρτήσει
εμείς αμαρτήσουμε
εσείς αμαρτήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αμαρτήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αμάρτανε
εσείς αμαρτάνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αμάρτησε
εσείς αμαρτήστε
Απαρέμφατο αορίστου
αμαρτήσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary