HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αδυνατώ — definition

Conjugation of αδυνατώ

Regular CEFR C2
a.ði.naˈto

δεν μπορώ, δεν έχω τη δύναμη ή τη δυνατότητα να κάνω κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αδυνατώ
εσύ αδυνατείς
αυτός / αυτή / αυτό αδυνατεί
εμείς αδυνατούμε
εσείς αδυνατείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αδυνατούν
Παρατατικός
εγώ αδυνατούσα
εσύ αδυνατούσες
αυτός / αυτή / αυτό αδυνατούσε
εμείς αδυνατούσαμε
εσείς αδυνατούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αδυνατούσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αδυνατώ
εσύ θα αδυνατείς
αυτός / αυτή / αυτό θα αδυνατεί
εμείς θα αδυνατούμε
εσείς θα αδυνατείτε
αυτοί / αυτές / αυτά θα αδυνατούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αδυνατείτε

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary