HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αερίζω — definition

Conjugation of αερίζω

Regular CEFR B1
a.eˈɾi.zo

εκθέτω ένα χώρο ή κάποιο υλικό στον αέρα του περιβάλλοντος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αερίζω
εσύ αερίζεις
αυτός / αυτή / αυτό αερίζει
εμείς αερίζουμε
εσείς αερίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αερίζουν
Παρατατικός
εγώ αέριζα
εσύ αέριζες
αυτός / αυτή / αυτό αέριζε
εμείς αερίζαμε
εσείς αερίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά αέριζαν
Αόριστος
εγώ αέρισα
εσύ αέρισες
αυτός / αυτή / αυτό αέρισε
εμείς αερίσαμε
εσείς αερίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αέρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αερίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αερίσω
εσύ αερίσεις
αυτός / αυτή / αυτό αερίσει
εμείς αερίσουμε
εσείς αερίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αερίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αέριζε
εσείς αερίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αέρισε
εσείς αερίστε
Απαρέμφατο αορίστου
αερίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αερίζομαι
εσύ αερίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αερίζεται
εμείς αεριζόμαστε
εσείς αερίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αερίζονται
Παρατατικός
εγώ αεριζόμουν
εσύ αεριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αεριζόταν
εμείς αεριζόμασταν
εσείς αεριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αερίζονταν
Αόριστος
εγώ αερίστηκα
εσύ αερίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό αερίστηκε
εμείς αεριστήκαμε
εσείς αεριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αερίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αεριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αεριστώ
εσύ αεριστείς
αυτός / αυτή / αυτό αεριστεί
εμείς αεριστούμε
εσείς αεριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αεριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αερίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αερίσου
εσείς αεριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αεριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary