Conjugation of αερίζω
a.eˈɾi.zoεκθέτω ένα χώρο ή κάποιο υλικό στον αέρα του περιβάλλοντος Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αερίζω |
| εσύ | αερίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αερίζει |
| εμείς | αερίζουμε |
| εσείς | αερίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αερίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | αέριζα |
| εσύ | αέριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αέριζε |
| εμείς | αερίζαμε |
| εσείς | αερίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αέριζαν |
Αόριστος
| εγώ | αέρισα |
| εσύ | αέρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αέρισε |
| εμείς | αερίσαμε |
| εσείς | αερίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αέρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αερίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αερίσω |
| εσύ | αερίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αερίσει |
| εμείς | αερίσουμε |
| εσείς | αερίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αερίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αέριζε |
| εσείς | αερίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αέρισε |
| εσείς | αερίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αερίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αερίζομαι |
| εσύ | αερίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αερίζεται |
| εμείς | αεριζόμαστε |
| εσείς | αερίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αερίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | αεριζόμουν |
| εσύ | αεριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αεριζόταν |
| εμείς | αεριζόμασταν |
| εσείς | αεριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αερίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | αερίστηκα |
| εσύ | αερίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αερίστηκε |
| εμείς | αεριστήκαμε |
| εσείς | αεριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αερίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αεριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αεριστώ |
| εσύ | αεριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αεριστεί |
| εμείς | αεριστούμε |
| εσείς | αεριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αεριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αερίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αερίσου |
| εσείς | αεριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αεριστεί |