Conjugation of αδειάζω
aˈðʝa.zoαφαιρώ από κάτι το περιεχόμενό του, το αφήνω άδειο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αδειάζω |
| εσύ | αδειάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδειάζει |
| εμείς | αδειάζουμε |
| εσείς | αδειάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδειάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | άδειαζα |
| εσύ | άδειαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άδειαζε |
| εμείς | αδειάζαμε |
| εσείς | αδειάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άδειαζαν |
Αόριστος
| εγώ | άδειασα |
| εσύ | άδειασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άδειασε |
| εμείς | αδειάσαμε |
| εσείς | αδειάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άδειασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αδειάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αδειάσω |
| εσύ | αδειάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδειάσει |
| εμείς | αδειάσουμε |
| εσείς | αδειάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδειάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | άδειαζε |
| εσείς | αδειάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | άδειασε |
| εσείς | αδειάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αδειάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αδειάζομαι |
| εσύ | αδειάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδειάζεται |
| εμείς | αδειαζόμαστε |
| εσείς | αδειάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδειάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | αδειαζόμουν |
| εσύ | αδειαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδειαζόταν |
| εμείς | αδειαζόμασταν |
| εσείς | αδειαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδειάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | αδειάστηκα |
| εσύ | αδειάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδειάστηκε |
| εμείς | αδειαστήκαμε |
| εσείς | αδειαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδειάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αδειαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αδειαστώ |
| εσύ | αδειαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδειαστεί |
| εμείς | αδειαστούμε |
| εσείς | αδειαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδειαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αδειάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αδειάσου |
| εσείς | αδειαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αδειαστεί |