HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αδειάζω — definition

Conjugation of αδειάζω

Regular CEFR B1
aˈðʝa.zo

αφαιρώ από κάτι το περιεχόμενό του, το αφήνω άδειο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αδειάζω
εσύ αδειάζεις
αυτός / αυτή / αυτό αδειάζει
εμείς αδειάζουμε
εσείς αδειάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αδειάζουν
Παρατατικός
εγώ άδειαζα
εσύ άδειαζες
αυτός / αυτή / αυτό άδειαζε
εμείς αδειάζαμε
εσείς αδειάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά άδειαζαν
Αόριστος
εγώ άδειασα
εσύ άδειασες
αυτός / αυτή / αυτό άδειασε
εμείς αδειάσαμε
εσείς αδειάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά άδειασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αδειάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αδειάσω
εσύ αδειάσεις
αυτός / αυτή / αυτό αδειάσει
εμείς αδειάσουμε
εσείς αδειάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αδειάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άδειαζε
εσείς αδειάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άδειασε
εσείς αδειάστε
Απαρέμφατο αορίστου
αδειάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αδειάζομαι
εσύ αδειάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αδειάζεται
εμείς αδειαζόμαστε
εσείς αδειάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αδειάζονται
Παρατατικός
εγώ αδειαζόμουν
εσύ αδειαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αδειαζόταν
εμείς αδειαζόμασταν
εσείς αδειαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αδειάζονταν
Αόριστος
εγώ αδειάστηκα
εσύ αδειάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό αδειάστηκε
εμείς αδειαστήκαμε
εσείς αδειαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αδειάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αδειαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αδειαστώ
εσύ αδειαστείς
αυτός / αυτή / αυτό αδειαστεί
εμείς αδειαστούμε
εσείς αδειαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αδειαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αδειάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αδειάσου
εσείς αδειαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αδειαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary