HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αγωνιώ — definition

Conjugation of αγωνιώ

Regular CEFR B1
a.ɣo.niˈo

κατέχομαι από αγωνία, φοβάμαι ή ανυπομονώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγωνιώ
εσύ αγωνιείς
αυτός / αυτή / αυτό αγωνιεί
εμείς αγωνιούμε
εσείς αγωνιείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αγωνιούν
Παρατατικός
εγώ αγωνιούσα
εσύ αγωνιούσες
αυτός / αυτή / αυτό αγωνιούσε
εμείς αγωνιούσαμε
εσείς αγωνιούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγωνιούσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αγωνιώ
εσύ θα αγωνιείς
αυτός / αυτή / αυτό θα αγωνιεί
εμείς θα αγωνιούμε
εσείς θα αγωνιείτε
αυτοί / αυτές / αυτά θα αγωνιούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αγωνιάτε

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary