HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αγλαΐζω — definition

Conjugation of αγλαΐζω

Regular CEFR B1
a.ɣlaˈi.zo

λαμπρύνω, κοσμώ, εξωραΐζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγλαΐζω
εσύ αγλαΐζεις
αυτός / αυτή / αυτό αγλαΐζει
εμείς αγλαΐζουμε
εσείς αγλαΐζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγλαΐζουν
Παρατατικός
εγώ αγλάιζα
εσύ αγλάιζες
αυτός / αυτή / αυτό αγλάιζε
εμείς αγλαΐζαμε
εσείς αγλαΐζατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγλάιζαν
Αόριστος
εγώ αγλάισα
εσύ αγλάισες
αυτός / αυτή / αυτό αγλάισε
εμείς αγλαΐσαμε
εσείς αγλαΐσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγλάισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγλαΐσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγλαΐσω
εσύ αγλαΐσεις
αυτός / αυτή / αυτό αγλαΐσει
εμείς αγλαΐσουμε
εσείς αγλαΐσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγλαΐσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αγλάιζε
εσείς αγλαΐζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγλάισε
εσείς αγλαΐστε
Απαρέμφατο αορίστου
αγλαΐσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγλαΐζομαι
εσύ αγλαΐζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αγλαΐζεται
εμείς αγλαϊζόμαστε
εσείς αγλαΐζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αγλαΐζονται
Παρατατικός
εγώ αγλαϊζόμουν
εσύ αγλαϊζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αγλαϊζόταν
εμείς αγλαϊζόμασταν
εσείς αγλαϊζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αγλαΐζονταν
Αόριστος
εγώ αγλαΐστηκα
εσύ αγλαΐστηκες
αυτός / αυτή / αυτό αγλαΐστηκε
εμείς αγλαϊστήκαμε
εσείς αγλαϊστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγλαΐστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγλαϊστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγλαϊστώ
εσύ αγλαϊστείς
αυτός / αυτή / αυτό αγλαϊστεί
εμείς αγλαϊστούμε
εσείς αγλαϊστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αγλαϊστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αγλαΐζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγλαΐσου
εσείς αγλαϊστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αγλαϊστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary