HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αγναντεύω — definition

Conjugation of αγναντεύω

Regular CEFR B2
a.ɣnanˈde.vo

βλέπω από μακριά, ή παρατηρώ από ψηλά, από ύψωμα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγναντεύω
εσύ αγναντεύεις
αυτός / αυτή / αυτό αγναντεύει
εμείς αγναντεύουμε
εσείς αγναντεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγναντεύουν
Παρατατικός
εγώ αγνάντευα
εσύ αγνάντευες
αυτός / αυτή / αυτό αγνάντευε
εμείς αγναντεύαμε
εσείς αγναντεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγνάντευαν
Αόριστος
εγώ αγνάντεψα
εσύ αγνάντεψες
αυτός / αυτή / αυτό αγνάντεψε
εμείς αγναντέψαμε
εσείς αγναντέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγνάντεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγναντέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγναντέψω
εσύ αγναντέψεις
αυτός / αυτή / αυτό αγναντέψει
εμείς αγναντέψουμε
εσείς αγναντέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγναντέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αγνάντευε
εσείς αγναντεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγνάντεψε
εσείς αγναντέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
αγναντέψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary