Conjugation of αγκωνιάζω
aŋ.ɡoˈɲa.zoχτίζω ή κατασκευάζω κάτι σε σχήμα ορθής γωνίας Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αγκωνιάζω |
| εσύ | αγκωνιάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγκωνιάζει |
| εμείς | αγκωνιάζουμε |
| εσείς | αγκωνιάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγκωνιάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | αγκώνιαζα |
| εσύ | αγκώνιαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγκώνιαζε |
| εμείς | αγκωνιάζαμε |
| εσείς | αγκωνιάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγκώνιαζαν |
Αόριστος
| εγώ | αγκώνιασα |
| εσύ | αγκώνιασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγκώνιασε |
| εμείς | αγκωνιάσαμε |
| εσείς | αγκωνιάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγκώνιασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αγκωνιάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αγκωνιάσω |
| εσύ | αγκωνιάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγκωνιάσει |
| εμείς | αγκωνιάσουμε |
| εσείς | αγκωνιάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγκωνιάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αγκώνιαζε |
| εσείς | αγκωνιάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αγκώνιασε |
| εσείς | αγκωνιάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αγκωνιάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αγκωνιάζομαι |
| εσύ | αγκωνιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγκωνιάζεται |
| εμείς | αγκωνιαζόμαστε |
| εσείς | αγκωνιάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγκωνιάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | αγκωνιαζόμουν |
| εσύ | αγκωνιαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγκωνιαζόταν |
| εμείς | αγκωνιαζόμασταν |
| εσείς | αγκωνιαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγκωνιάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | αγκωνιάστηκα |
| εσύ | αγκωνιάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγκωνιάστηκε |
| εμείς | αγκωνιαστήκαμε |
| εσείς | αγκωνιαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγκωνιάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αγκωνιαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αγκωνιαστώ |
| εσύ | αγκωνιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγκωνιαστεί |
| εμείς | αγκωνιαστούμε |
| εσείς | αγκωνιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγκωνιαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αγκωνιάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αγκωνιάσου |
| εσείς | αγκωνιαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αγκωνιαστεί |