HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αγκωνιάζω — definition

Conjugation of αγκωνιάζω

Regular CEFR B2
aŋ.ɡoˈɲa.zo

χτίζω ή κατασκευάζω κάτι σε σχήμα ορθής γωνίας Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγκωνιάζω
εσύ αγκωνιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό αγκωνιάζει
εμείς αγκωνιάζουμε
εσείς αγκωνιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκωνιάζουν
Παρατατικός
εγώ αγκώνιαζα
εσύ αγκώνιαζες
αυτός / αυτή / αυτό αγκώνιαζε
εμείς αγκωνιάζαμε
εσείς αγκωνιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκώνιαζαν
Αόριστος
εγώ αγκώνιασα
εσύ αγκώνιασες
αυτός / αυτή / αυτό αγκώνιασε
εμείς αγκωνιάσαμε
εσείς αγκωνιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκώνιασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγκωνιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγκωνιάσω
εσύ αγκωνιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό αγκωνιάσει
εμείς αγκωνιάσουμε
εσείς αγκωνιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκωνιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αγκώνιαζε
εσείς αγκωνιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγκώνιασε
εσείς αγκωνιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
αγκωνιάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγκωνιάζομαι
εσύ αγκωνιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αγκωνιάζεται
εμείς αγκωνιαζόμαστε
εσείς αγκωνιάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκωνιάζονται
Παρατατικός
εγώ αγκωνιαζόμουν
εσύ αγκωνιαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αγκωνιαζόταν
εμείς αγκωνιαζόμασταν
εσείς αγκωνιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αγκωνιάζονταν
Αόριστος
εγώ αγκωνιάστηκα
εσύ αγκωνιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό αγκωνιάστηκε
εμείς αγκωνιαστήκαμε
εσείς αγκωνιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκωνιάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγκωνιαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγκωνιαστώ
εσύ αγκωνιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό αγκωνιαστεί
εμείς αγκωνιαστούμε
εσείς αγκωνιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αγκωνιαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αγκωνιάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγκωνιάσου
εσείς αγκωνιαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αγκωνιαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary