HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αγιάζω — definition

Conjugation of αγιάζω

Regular CEFR B1
a.ʝiˈa.zo

γίνομαι σαν άγιος (από υπερβολική καλοσύνη, ή βάσανα) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγιάζω
εσύ αγιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό αγιάζει
εμείς αγιάζουμε
εσείς αγιάζεσθε
αυτοί / αυτές / αυτά αγιάζουν
Παρατατικός
εγώ αγίαζα
εσύ αγίαζες
αυτός / αυτή / αυτό αγίαζε
εμείς αγιάζαμε
εσείς αγιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγίαζαν
Αόριστος
εγώ αγίασα
εσύ αγίασες
αυτός / αυτή / αυτό αγίασε
εμείς αγιάσουμε
εσείς αγιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγίασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγιάσω
εσύ αγιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό αγιάσει
εμείς αγιάσουμε
εσείς αγιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αγίαζε
εσείς αγιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγίασε
εσείς αγιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
αγιάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγιάζομαι
εσύ αγιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αγιάζεται
εμείς αγιαζόμαστε
εσείς αγιάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αγιάζονται
Παρατατικός
εγώ αγιαζόμουν
εσύ αγιαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αγιαζόταν
εμείς αγιαζόμασταν
εσείς αγιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αγιάζονταν
Αόριστος
εγώ αγιάσθηκα
εσύ αγιάσθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αγιάσθηκε
εμείς αγιασθήκαμε
εσείς αγιασθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγιάσθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγιασθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγιασθώ
εσύ αγιασθείς
αυτός / αυτή / αυτό αγιασθεί
εμείς αγιασθούμε
εσείς αγιασθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αγιασθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αγιάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγιάσου
εσείς αγιασθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αγιασθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary