Conjugation of αγγίζω
aŋˈɟi.zoασχολούμαι με κάτι νέο, πολύ επιφανειακά, χωρίς να εμβαθύνω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αγγίζω |
| εσύ | αγγίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγγίζει |
| εμείς | αγγίζουμε |
| εσείς | αγγίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγγίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | άγγιζα |
| εσύ | άγγιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άγγιζε |
| εμείς | αγγίζαμε |
| εσείς | αγγίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άγγιζαν |
Αόριστος
| εγώ | άγγιξα |
| εσύ | άγγιξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άγγιξε |
| εμείς | αγγίξαμε |
| εσείς | αγγίξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άγγιξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αγγίξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αγγίξω |
| εσύ | αγγίξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγγίξει |
| εμείς | αγγίξουμε |
| εσείς | αγγίξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγγίξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | άγγιζε |
| εσείς | αγγίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | άγγιξε |
| εσείς | αγγίξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αγγίξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αγγίζομαι |
| εσύ | αγγίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγγίζεται |
| εμείς | αγγιζόμαστε |
| εσείς | αγγίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγγίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | αγγιζόμουν |
| εσύ | αγγιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγγιζόταν |
| εμείς | αγγιζόμασταν |
| εσείς | αγγιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγγίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | αγγίχτηκα |
| εσύ | αγγίχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγγίχτηκε |
| εμείς | αγγιχτήκαμε |
| εσείς | αγγιχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγγίχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αγγιχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αγγιχτώ |
| εσύ | αγγιχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγγιχτεί |
| εμείς | αγγιχτούμε |
| εσείς | αγγιχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγγιχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αγγίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αγγίξου |
| εσείς | αγγιχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αγγιχτεί |