HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αγγίζω — definition

Conjugation of αγγίζω

Regular CEFR C2
aŋˈɟi.zo

ασχολούμαι με κάτι νέο, πολύ επιφανειακά, χωρίς να εμβαθύνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγγίζω
εσύ αγγίζεις
αυτός / αυτή / αυτό αγγίζει
εμείς αγγίζουμε
εσείς αγγίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγγίζουν
Παρατατικός
εγώ άγγιζα
εσύ άγγιζες
αυτός / αυτή / αυτό άγγιζε
εμείς αγγίζαμε
εσείς αγγίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά άγγιζαν
Αόριστος
εγώ άγγιξα
εσύ άγγιξες
αυτός / αυτή / αυτό άγγιξε
εμείς αγγίξαμε
εσείς αγγίξατε
αυτοί / αυτές / αυτά άγγιξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγγίξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγγίξω
εσύ αγγίξεις
αυτός / αυτή / αυτό αγγίξει
εμείς αγγίξουμε
εσείς αγγίξετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγγίξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άγγιζε
εσείς αγγίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άγγιξε
εσείς αγγίξτε
Απαρέμφατο αορίστου
αγγίξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγγίζομαι
εσύ αγγίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αγγίζεται
εμείς αγγιζόμαστε
εσείς αγγίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αγγίζονται
Παρατατικός
εγώ αγγιζόμουν
εσύ αγγιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αγγιζόταν
εμείς αγγιζόμασταν
εσείς αγγιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αγγίζονταν
Αόριστος
εγώ αγγίχτηκα
εσύ αγγίχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό αγγίχτηκε
εμείς αγγιχτήκαμε
εσείς αγγιχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγγίχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγγιχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγγιχτώ
εσύ αγγιχτείς
αυτός / αυτή / αυτό αγγιχτεί
εμείς αγγιχτούμε
εσείς αγγιχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αγγιχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αγγίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγγίξου
εσείς αγγιχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αγγιχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary