Conjugation of αβαντζάρω
a.vanˈd͡za.ɾoπροωθώ (ένα προϊόν, μια άποψη, ένα πρόσωπο) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αβαντζάρω |
| εσύ | αβαντζάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αβαντζάρει |
| εμείς | αβαντζάρουμε |
| εσείς | αβαντζάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αβαντζάρουν |
Παρατατικός
| εγώ | αβαντζάριζα |
| εσύ | αβαντζάριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αβαντζάριζε |
| εμείς | αβαντζάραμε |
| εσείς | αβαντζάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αβαντζάριζαν |
Αόριστος
| εγώ | αβαντζάρισα |
| εσύ | αβαντζάρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αβαντζάρισε |
| εμείς | αβαντζάραμε |
| εσείς | αβαντζάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αβαντζάρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αβαντζάρω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αβαντζάρω |
| εσύ | αβαντζάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αβαντζάρει |
| εμείς | αβαντζάρουμε |
| εσείς | αβαντζάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αβαντζάρουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αβαντζάριζε |
| εσείς | αβαντζάρετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αβαντζάρισε |
| εσείς | αβαντζάρετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αβαντζάρει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.