HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αβαντζάρω — definition

Conjugation of αβαντζάρω

Regular CEFR B2
a.vanˈd͡za.ɾo

προωθώ (ένα προϊόν, μια άποψη, ένα πρόσωπο) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αβαντζάρω
εσύ αβαντζάρεις
αυτός / αυτή / αυτό αβαντζάρει
εμείς αβαντζάρουμε
εσείς αβαντζάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά αβαντζάρουν
Παρατατικός
εγώ αβαντζάριζα
εσύ αβαντζάριζες
αυτός / αυτή / αυτό αβαντζάριζε
εμείς αβαντζάραμε
εσείς αβαντζάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά αβαντζάριζαν
Αόριστος
εγώ αβαντζάρισα
εσύ αβαντζάρισες
αυτός / αυτή / αυτό αβαντζάρισε
εμείς αβαντζάραμε
εσείς αβαντζάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά αβαντζάρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αβαντζάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αβαντζάρω
εσύ αβαντζάρεις
αυτός / αυτή / αυτό αβαντζάρει
εμείς αβαντζάρουμε
εσείς αβαντζάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά αβαντζάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αβαντζάριζε
εσείς αβαντζάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αβαντζάρισε
εσείς αβαντζάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
αβαντζάρει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary