Meaning of ωρολόγιος | Babel Free
Ορισμοί
ο σχετικός με την κατανομή κάποιων εργασιών μέσα στη διάρκεια της ημέρας και τον προγραμματισμό τους σε συγκεκριμένες ώρες (το επίθετο σχηματίσθηκε επειδή το ὡριαῖος και το ὡρολογιακός είχαν εξαρχής ή πάντως ήδη αποκτήσει άλλη έννοια στην ελληνική)
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.