Meaning of ωθηθείς | Babel Free
Ορισμοί
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωθούμαι
- αρχαϊζουσα μετοχή του αορίστου του ρήματος ωθώ, εκείνος που ωθήθηκε (ο ωθηθείς, η ωθηθείσα, το ωθηθέν)
- θα ωθηθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ωθούμαι
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.