HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ψωριάρικος | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

ο σχετικός με τον ψωριάρη, αυτός που μοιάζει σαν να έχει ψώρα, ο βρώμικος, το παραμελημένο ζώο που δείχνει καχεκτικό και που το τρίχωμά του δεν είναι σε καλή κατάσταση, χωρίς απαραιτήτως να έχει ψώρα

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ψωριάρικος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course