Meaning of ψωριάρικος | Babel Free
Ορισμοί
ο σχετικός με τον ψωριάρη, αυτός που μοιάζει σαν να έχει ψώρα, ο βρώμικος, το παραμελημένο ζώο που δείχνει καχεκτικό και που το τρίχωμά του δεν είναι σε καλή κατάσταση, χωρίς απαραιτήτως να έχει ψώρα
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.