Meaning of ψωμοκόλακας | Babel Free
Ορισμοί
αυτός που βγάζει το ψωμί του ή γενικά εξασφαλίζει τη ζωή του κολακεύοντας, το κοινωνικό παράσιτο
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.