Meaning of ψωλαρπάχτρας | Babel Free
Ορισμοί
-
ομοφυλόφιλος που επιδίδεται σε ερωτικές πράξεις με πολλούς και παράλληλους ερωτικούς συντρόφους offensive, rare, vulgar
- γενική ενικού του ψωλαρπάχτρα
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.