Meaning of ψυχούλα | Babel Free
/psiˈxu.la/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- η ψυχή ενός ανθρώπου
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Ψυχούλας)
- ο πολύ ευγενικός, ευαίσθητος, τρυφερός και καλοσυνάτος άνθρωπος που θέλει να βοηθάει τους άλλους από καλοσύνη και συμπόνια, που δεν θέλει να βλάπτει ποτέ και κανέναν
Παραδείγματα
“η ψυχούλα του το ξέρει τι έχει τραβήξει”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.