Meaning of ψυχοφθόρο | Babel Free
/psi.xoˈfθo.ɾo/Ορισμοί
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ψυχοφθόρος
- αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του ψυχοφθόρος
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.