Meaning of ψυχικάρης | Babel Free
Ορισμοί
- που κάνει ψυχικό
-
που έρχεται σε ερωτική επαφή από συμπόνια ή λύπηση broadly
Παραδείγματα
“Έβγαλε αμέτρητες πρωτιές με πρωτοεμφανιζόμενους ερμηνευτές και δημιουργούς, και όλοι τους κάνανε λαμπρή καριέρα στο τραγούδι! Αυτά τα πρωτάκια, (ανάμεσα τους θα αναγνωρίσετε αμέσως τις κατοπινές μεγάλες φίρμες), τα αντιμετωπίζει σαν την ψυχικάρα πόρνη που πρωτοβγάζει στο κλαρί τον τρακαρισμένο έφηβο! (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.