HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ψυχικάρης | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. που κάνει ψυχικό
  2. που έρχεται σε ερωτική επαφή από συμπόνια ή λύπηση
    broadly

Παραδείγματα

“Έβγαλε αμέτρητες πρωτιές με πρωτοεμφανιζόμενους ερμηνευτές και δημιουργούς, και όλοι τους κάνανε λαμπρή καριέρα στο τραγούδι! Αυτά τα πρωτάκια, (ανάμεσα τους θα αναγνωρίσετε αμέσως τις κατοπινές μεγάλες φίρμες), τα αντιμετωπίζει σαν την ψυχικάρα πόρνη που πρωτοβγάζει στο κλαρί τον τρακαρισμένο έφηβο! (*)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ψυχικάρης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course