Meaning of ψιχαλιστός | Babel Free
/psi.xa.liˈstos/Ορισμοί
- που πέφτει σταγόνα σταγόνα, σαν ψιχάλες
-
δακρυσμένος figuratively
Παραδείγματα
“Στα μάτια τα ψιχαλιστά, που ’χει ο έρωτας καρτέρι, / πόσο μεθύσι μέθυσα ένας Θεός το ξέρει. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Θέρος Έρος [διήγημα, περιλαμβάνεται το ποίημα])”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.