Meaning of ψιλοδουλεύω | Babel Free
/psi.lo.ðuˈle.vo/Ορισμοί
-
επεξεργάζομαι κάτι δίνοντας πολλή προσοχή στις λεπτομέρειες transitive
-
εργάζομαι περιστασιακά κι όχι μόνιμα intransitive
-
δουλεύω ελαφρά κάποιον, τον πειράζω χωρίς κακία transitive
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.