Meaning of ψιλογαμιέμαι | Babel Free
Ορισμοί
-
έχω σποραδικές ερωτικές επαφές (σύνταξη συνήθως στον πληθυντικό) literally
-
που δεν πάει καλά, που παρουσιάζει προβλήματα (σύνταξη συχνά σε τρίτο πρόσωπο) figuratively
Παραδείγματα
“Έχουν χωρίσει και έχουν άλλες σχέσεις τώρα, αλλά που και που ψιλογαμιούνται ακόμα μεταξύ τους”
“Στη δουλειά μέχρι τώρα το κλίμα ήταν πολύ καλό, τώρα τελευταία όμως έχει ψιλογαμηθεί η κατάσταση”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.