HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ψιλογαμιέμαι | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. έχω σποραδικές ερωτικές επαφές (σύνταξη συνήθως στον πληθυντικό)
    literally
  2. που δεν πάει καλά, που παρουσιάζει προβλήματα (σύνταξη συχνά σε τρίτο πρόσωπο)
    figuratively

Παραδείγματα

“Έχουν χωρίσει και έχουν άλλες σχέσεις τώρα, αλλά που και που ψιλογαμιούνται ακόμα μεταξύ τους”
“Στη δουλειά μέχρι τώρα το κλίμα ήταν πολύ καλό, τώρα τελευταία όμως έχει ψιλογαμηθεί η κατάσταση”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ψιλογαμιέμαι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course