Meaning of ψευτόσουπα | Babel Free
Ορισμοί
-
απλή χορτόσουπα· σούπα που δεν περιέχει κρεατικά, πουλερικά ή ψάρι idiomatic
-
σούπα που παρασκευάζεται εύκολα και γρήγορα^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) broadly
Παραδείγματα
“※ Και ο Χρηστάκης; Δώδεκα χρονών αντράκι, έφευγε το πρωί και γύρναγε το βράδυ, ποτέ με άδεια χέρια, πότε δυο κούτσουρα για τη φωτιά, πότε μια χούφτα καραβόλους, πότε κανένα φρούτο κλεψιμέικο, πότε κάνα δυο πατάτες πληρωμή για θελήματα σε κείνους που άντεχαν ακόμη, πότε κόκαλα, που τα ’χαν πετάξει, μα βρασμένα με νερό φτιάχναν μια ψευτόσουπα να ξεγελά το στομάχι”
“※ να μη φάει τίποτα, μόνο δώστου κανένα χαμομήλι και καμιά ψευτόσουπα”
“θα σου φτιάξω τώρα μια ψευτόσουπα, γιατί δεν έχω πάει για ψώνια και το ψυγείο είναι άδειο”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.