Meaning of ψευδεπίγραφος | Babel Free
/pse.vðeˈpi.ɣɾa.fos/Ορισμοί
- που φέρει ψευδώς το όνομα συγγραφέα διαφορετικού από τον πραγματικό δημιουργό του
-
που φέρει ψεύτικο, παραπλανητικό ή ανακριβή τίτλο, όνομα ή χαρακτηρισμό, που δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό του περιεχόμενο figuratively, formal, general
-
απόκρυφος rare
Παραδείγματα
“Τα ψευδεπίγραφα κείμενα του Αριστοτέλη.”
“≈ συνώνυμα: νόθος, πλαστός”
“Τελικά αποδείχτηκε ότι ήταν μια ψευδεπίγραφη οικολογική κίνηση.”
“Το ψευδεπίγραφο όνομα του χωριού.”
“H ψευδεπίγραφη δόξα του παρελθόντος.”
“≈ συνώνυμα: κάλπικος, μούφα”
“Τα Ψευδεπίγραφα Ευαγγέλια. Απόκρυφα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.