Σημασία του ψέχτηκα | Babel Free
ˈpse.xti.kaΟρισμοί
first-person singular simple past of ψέγομαι (pségomai), the passive of ψέγω (pségo)
first-person, form-of, past, singular
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.