HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ψέλλισμα | Babel Free

Noun CEFR B2
/ˈpse.li.zma/

Ορισμοί

  1. λόγος που εκφωνείται χαμηλόφωνα, διστακτικά ή/και με προβληματική άρθρωση από ενήλικα ή οι πρώτες απόπειρες ενός βρέφους να μιλήσει, τα πρώτα του λογάκια
  2. ανολοκλήρωτος και μη πειστικός λόγος ή επιχείρημα

Παραδείγματα

“※ Τα ψελλίσματα, οι απίθανες δικαιολογίες για τα συγγενικά και φιλικά πρόσωπα που διορίστηκαν παραμονές των εκλογών σε εποπτευόμενο από τον ίδιο κρατικό οργανισμό, αλλά και η επίκληση του παλαιοκομματικού επιχειρήματος «και οι άλλοι τα ίδια έκαναν», φανέρωναν πρόσωπο κυνικό, που δεν έχει αίσθηση των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, ούτε αντίληψη της οργής που διακατέχει τον ελληνικό λαό. (από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 6 Ιουλίου 2010)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ψέλλισμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course