Meaning of χωριατοπούλα | Babel Free
Ορισμοί
- νεαρή κοπέλα που ζει σε χωριό ή κατάγεται από χωριό
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωριατόπουλο accusative, nominative, plural, vocative
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.