Meaning of χρυσωρυχείο | Babel Free
Ορισμοί
- ορυχείο χρυσού
-
προσοδοφόρα οικονομική δραστηριότητα ή ενασχόληση figuratively
-
τόπος, πρόσωπο ή κατάσταση απ' τα οποία αντλούμε πολύτιμα και ενδιαφέροντα στοιχεία figuratively
Ισοδύναμα
English
gold mine
Παραδείγματα
“Η νοτιοαφρικανική μεταλλευτική εταιρεία Gold Fields, της οποίας ένα χρυσωρυχείο κοντά στο Γιοχάνεσμπουργκ έχει παραλύσει επί 15ήμερο εξαιτίας γενικής απεργίας, ανακοίνωσε την Τρίτη πως οι κινητοποιήσεις έχουν επεκταθεί και σε άλλο ορυχείο που εκμεταλλεύεται, στο κέντρο της χώρας. (*)”
“Η Ελλάδα είναι χρυσωρυχείο για επενδύσεις στον τουρισμό (*)”
“Χρυσωρυχείο η εκτροφή σαλιγκαριών (*)”
“Η περιοχή είναι πραγματικό... χρυσωρυχείο για τους επιστήμονες, που ανακάλυψαν 1.068 νέα είδη τη δεκαετία 1997-2007. (*)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.