Meaning of χρυσοχέρης | Babel Free
Ορισμοί
- ο πολύ ικανός, που ό,τι πιάνει να φτιάξει με τα χέρια του, το κάνει πολύ καλά, ο προκομμένος
- ανδρικό επώνυμο
-
ο πολύ ικανός στις δουλειές, επιχειρήσεις του, εκείνος που βγάζει πολλά λεφτά με ευκολία, που όταν πιάνει μια δουλειά, την ανεβάζει broadly
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.