HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χρονολογικός | Babel Free

Adjective CEFR C1
/xɾo.no.lo.ʝiˈkos/

Ορισμοί

  1. που σχετίζεται με τη χρονολόγηση
  2. που περιέχει χρονολογίες ή γεγονότα σε σειρά

Παραδείγματα

“※ Η δυσαναγνωσία αποτελεί μία κατηγορία των ειδικών μαθησιακών δυσκολιών, η οποία εστιάζει τη μελέτη της στην περιοχή της αναγνωστικής ικανότητας (ακρίβεια, ταχύτητα και κατανόηση), κατά την οποία το άτομο δεν αποδίδει το αναμενόμενο όριο που αντιστοιχεί στη χρονολογική ηλικία του, στη νοημοσύνη και στο επίπεδο εκπαίδευσής του.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χρονολογικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course