Meaning of χρονολογήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρονολογώ
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονολογώ
- θα χρονολογήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρονολογώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.