HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χρειώδης | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

ο απαραίτητος, πιο συνηθισμένο στον ουσιαστικοποιημένο πληθυντικό του ουδετέρου, τα χρειώδη, τα απαραίτητα, τα προς το ζην

Παραδείγματα

“ο μέσος Ελληνας στερείται πολλά και μεγάλη μερίδα του πληθυσμού στερείται και τα χρειώδη”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χρειώδης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course