Meaning of χρειώδης | Babel Free
Ορισμοί
ο απαραίτητος, πιο συνηθισμένο στον ουσιαστικοποιημένο πληθυντικό του ουδετέρου, τα χρειώδη, τα απαραίτητα, τα προς το ζην
Παραδείγματα
“ο μέσος Ελληνας στερείται πολλά και μεγάλη μερίδα του πληθυσμού στερείται και τα χρειώδη”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.