HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χορτασμένος | Babel Free

Verb CEFR C1
/xoɾ.taˈzme.nos/

Ορισμοί

ο χορτάτος, αυτός που έχει χορτάσει από κάτι (τροφή ή ό,τι άλλο έκρινε πως χρειαζόταν)

Παραδείγματα

“※ Μα θέλεις τη χαρά της ζωής μοναχά για τον εαυτό σου. Θέλεις μοναχός σου ν’ ακούς τα πουλιά, μοναχός σου να είσαι χορτασμένος! Να ’ναι δικά σου όλα: γης, δέντρα, ήλιος, θάλασσα κι ανθρώποι.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χορτασμένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course