Meaning of χοντροκομμένος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει κοπεί σε χοντρά κομμάτια
- που έχει φτιαχτεί χωρίς πολύ γούστο και χωρίς προσοχή στη λεπτομέρεια
- χωρίς λεπτότητα ή διακριτικότητα, άξεστος
Παραδείγματα
“εμένα πάντως αυτό το γλυπτό μου φαίνεται κάπως χοντροκομμένο”
“συνήθιζε να κάνει χοντροκομμένα αστεία, με τα οποία γελούσε μόνο αυτός”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.