HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χοντροκομμένος | Babel Free

Verb CEFR C2

Ορισμοί

  1. που έχει κοπεί σε χοντρά κομμάτια
  2. που έχει φτιαχτεί χωρίς πολύ γούστο και χωρίς προσοχή στη λεπτομέρεια
  3. χωρίς λεπτότητα ή διακριτικότητα, άξεστος

Παραδείγματα

“εμένα πάντως αυτό το γλυπτό μου φαίνεται κάπως χοντροκομμένο”
“συνήθιζε να κάνει χοντροκομμένα αστεία, με τα οποία γελούσε μόνο αυτός”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χοντροκομμένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course