Meaning of χοντροδουλειά | Babel Free
/xon.dɾo.ðuˈʎa/Ορισμοί
- πρόχειρη δουλειά, φτιαγμένη χωρίς επιμέλεια
- δουλειά που δε χρειάζεται ιδιαίτερη επιδεξιότητα
-
κακότεχνη δουλειά broadly
- δύσκολη χειρωνακτική δουλειά
Παραδείγματα
“Κάνω όλες τις χοντροδουλειές του σπιτιού. Σφουγγάρισμα, πλύσιμο τοίχων...”
“βάναυση δουλειά”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.