Meaning of χλωριωμένος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει υποστεί χλωρίωση
- που στο μόριό του φέρει πρόσθετα ένα άτομο χλωρίου μετά από σχετική χημική αντίδραση
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.