Meaning of χλωριούχο | Babel Free
Ορισμοί
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του χλωριούχος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χλωριούχος
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.