Meaning of χιονολάστιχο | Babel Free
/ço.noˈla.sti.xo/Ορισμοί
ειδικό αντιολισθητικό λάστιχο που χρησιμοποιείται στα οχήματα τους χειμερινούς μήνες ή, γενικότερα, όταν υπάρχουν χαμηλές θερμοκρασίες
Παραδείγματα
“※ Αλλαγές επί το αυστηρότερον στον ΚΟΚ συζητούν τα συναρμόδια υπουργεία Υποδομών και Προστασίας του Πολίτη, με στόχο την ενίσχυση της οδικής ασφάλειας. Μεταξύ των νέων προβλέψεων εξετάζεται η αντικατάσταση των αντιολισθητικών αλυσίδων από υποχρεωτική χρήση χιονολάστιχων.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.