Meaning of χιονισμένος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει πέσει επάνω του χιόνι και τον έχει καλύψει λίγο έως αρκετά
- που έχουν ασπρίσει οι τρίχες του
Ισοδύναμα
English
Snowy
Παραδείγματα
“※ Τα βουνά της Θεοδοσίας ψηλά, χιονισμένα, έβγαιναν σαν κρυσταλλένια παλάτια μέσ' από τα θολά νερά και τον σκούρον ορίζοντα. Είμαστε κάτου από την Κριμαία. (Ανδρέας Καρκαβίσας, Λόγια της Πλώρης, 1899)”
“※ Είναι ένας λόφος χιονισμένος, με ένα άνοιγμα στο πλάϊ του. Μια μεγάλη ράμπα, με ήπια κατηφορική κλίση, οδηγεί στο εσωτερικό του. Η ράμπα είναι καθαρή και άνετη, ώστε και οι πιο ηλικιωμένοι να μπορούν να την κατέβουν. (Τάσος Παπαναστασίου, Η σιωπή δεν σε κρατά ζωντανό, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)”
“Τότε ο γέρο — φιλόσοφος ξεπρόβαλε απ' το ψηλό αψιδωτό παραθύρι. Το φως του φεγγαριού έπεσε πάνω στα λευκά του μαλλιά, στο πλατύ του μέτωπο, στα μακρυά χιονισμένα του γένεια και γλύστρησε ως την ψυχή του.(Παύλος Νιρβάνας, "Η Βοσκοπούλα με τα Μαργαριτάρια")”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.