Meaning of χιλιοφορεμένος | Babel Free
Ορισμοί
- το πολυφερεμένο ρούχο, αυτό που έχει φθαρεί επειδή κάποιος το φόρεσε πάρα πολλές φορές ή που για τον ίδιο λόγο το βαρέθηκε
- το στυλ ρούχου που το έχουν φορέσει πολλοί άλλοι άνθρωποι, που δεν θεωρείται από κάποιους αρμόζον να το φορέσουν εκείνοι επειδή ακριβώς δεν είναι μοναδικό ή έστω σπάνιο, που είναι μπανάλ
- για φράσεις, αστεία που έχουν καταντήσει βαρετά
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.