Meaning of χημειοεμβολισμός | Babel Free
Ορισμοί
ιατρική διαδικασία κατά την οποία χημειοθεραπευτικά φάρμακα εισάγονται απευθείας στο αίμα ή σε έναν συγκεκριμένο όγκο μέσω ενός καθετήρα ή σωλήνα με σκοπό την άμεση και συνεχόμενη χορήγηση φαρμάκων στον όγκο ή στην πληγείσα περιοχή
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.