Meaning of χερσόνησος | Babel Free
/çerˈso.ni.sos/Ορισμοί
- χωριό της Ελλάδας, στο Ηράκλειο της Κρήτης
- τμήμα ξηράς, μικρής ή μεγάλης έκτασης, που εισχωρεί μέσα στη θάλασσα με συνέπεια να βρέχεται απ΄ αυτή από τρεις πλευρές
- ονομασία αρχαιοελληνικής πόλης της Ουκρανίας στην Κριμαία, αποικία των Μεγαρέων· γνωστή μεταγενέστερα, κατά τα βυζαντινά χρόνια, ως Χερσών
Ισοδύναμα
English
peninsula
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.