HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χερσόνησος | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/çerˈso.ni.sos/

Ορισμοί

  1. χωριό της Ελλάδας, στο Ηράκλειο της Κρήτης
  2. τμήμα ξηράς, μικρής ή μεγάλης έκτασης, που εισχωρεί μέσα στη θάλασσα με συνέπεια να βρέχεται απ΄ αυτή από τρεις πλευρές
  3. ονομασία αρχαιοελληνικής πόλης της Ουκρανίας στην Κριμαία, αποικία των Μεγαρέων· γνωστή μεταγενέστερα, κατά τα βυζαντινά χρόνια, ως Χερσών

Ισοδύναμα

English peninsula

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χερσόνησος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course