Meaning of χελιδόνι | Babel Free
/çe.liˈðo.ni/Ορισμοί
μικρό εντομοφάγο αποδημητικό πτηνό (Hirundo rustica) με μέλαινα ράχη και λευκή κοιλιά, μακριές μυτερές φτερούγες και διχαλωτή ουρά, του οποίου η έλευση σε κάποιον τόπο προαγγέλλει την άνοιξη
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ 1890 Γεράσιμος Μαρκοράς, Χελιδόνια”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.