Meaning of χειραφετημένος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει χειραφετηθεί, είναι πλέον ανεξάρτητο ενώ δεν ήταν, που έχει γίνει αυτόνομο και ελεύθερο να ενεργεί κατά βούληση, που έχει ελευθερωθεί από εξαρτήσεις ή κηδεμονία, που έχει πλήρη δικαιώματα
- που έχει ανεξαρτοποιηθεί, έχει αυτονομηθεί (π.χ. η εξωτερική πολιτική μιας χώρας, ο δήμος από το κράτος κ.λπ.)
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.