HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χειραφετημένος | Babel Free

Verb CEFR C2

Ορισμοί

  1. που έχει χειραφετηθεί, είναι πλέον ανεξάρτητο ενώ δεν ήταν, που έχει γίνει αυτόνομο και ελεύθερο να ενεργεί κατά βούληση, που έχει ελευθερωθεί από εξαρτήσεις ή κηδεμονία, που έχει πλήρη δικαιώματα
  2. που έχει ανεξαρτοποιηθεί, έχει αυτονομηθεί (π.χ. η εξωτερική πολιτική μιας χώρας, ο δήμος από το κράτος κ.λπ.)

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χειραφετημένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course