Meaning of χειλόφωνο | Babel Free
Ορισμοί
μικρόφωνο που βρίσκεται κοντά στα χείλη, με σύστημα συγκράτησης με το οποίο στηρίζεται στο κεφάλι, μικρόφωνο κεφαλής
Παραδείγματα
“Ασύρματο μικρόφωνο κεφαλής (χειλόφωνο)”
“Ντυμένος εντελώς διαφορετικά από ότι συνήθως, με μαύρο παντελόνι και λεπτό ζιβάγκο, χωρίς την ιατρική του ρόμπα με ένα λεπτό χειλόφωνο στερεωμένο στο αυτί του που του επέτρεπε να κινείται ελεύθερα και να χρησιμοποιεί τα χέρια του με.. (Perfect Ten, Αλέξανδρος Β. Σωτηράκης)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.