Meaning of χαϊδολογώ | Babel Free
Ορισμοί
- χαϊδεύω κάποιον με στοργή και αγάπη για αρκετή ώρα, όπως η γιαγιά το εγγόνι
- χαϊδεύω κάποιον ερωτικά
- κάνω νάζια, καμώματα (αν και αυτό αποδίδεται συνηθέστερα με το χαϊδεύομαι)
Παραδείγματα
“Χαϊδολογάς το γατί και μετά κάθεσαι με αυτά τα χέρια και τρως -χώρια που γεμίζουν τρίχα όλα τα ρούχα και αναγκάζομαι να τα πλένω στο χέρι για να μην πήξει στην τρίχα το πλυντήριο”
“Βρήκα την κόρη σου να χαϊδολογιέται με ένα συμμαθητή της στην αυλή! Δεν είναι πολύ μικρά ακόμη για τέτοια;”
“Ναι, καλά τώρα, μας έπεισες! Αντί να χαϊδολογιέσαι στρώσου να κάνεις καμιά δουλειά να περάσει κι ώρα σου”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.