Meaning of χαυλιόδοντας | Babel Free
/xa.vliˈo.ðon.das/Ορισμοί
το ελαφρώς κυρτωμένο προς τα πάνω και προεξέχον δόντι του ελέφαντα ή του αγριόχοιρου (καθένα από τα δύο δόντια που έχει κάθε ζώο)
Ισοδύναμα
English
Tusk
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.