χασκογελάω
Ορισμοί
- γελάω με το στόμα ανοιχτό
- γελάω χωρίς λόγο
Ισοδύναμα
12 more languages
Παραδείγματα
“※ σταύρωσε τον νεαρό μπροστά από το καλογυμνασμένο στήθος του και τον έφτυσε πατόκορφα. «Φτού σου, αγόρι, φτου να μη σε βασκάνω». «Να 'στε καλά» είπε ο νεαρός οπισθοχωρώντας αργά αργά προς την παρέα του, η οποία τόση ώρα παρακολουθούσε τη σκηνή χασκογελώντας, ακριβώς όπως κι εμείς. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free