HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χαρτοφυλάκιο | Babel Free

Noun CEFR C1
/xaɾ.to.fiˈla.ci.a/

Ορισμοί

  1. το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων όπως μετοχών, ομολογιών, εργαλείων χρηματαγοράς (π.χ. παράγωγα) και τίτλους ιδιοκτησίας που κατέχει κάποιος
  2. ο τομέας ευθύνης ενός υπουργείου

Ισοδύναμα

English Portfolio

Παραδείγματα

“το χαρτοφυλάκιό του περιέχει κυρίως τίτλους ξένων εταιρειών και ένα μικρό μέρισμα κρατικών ομολογιών”
“ο κος Χ πήρε το χαρτοφυλάκιο των Οικονομικών”
“υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χαρτοφυλάκιο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course