Meaning of χαρτοφυλάκιο | Babel Free
/xaɾ.to.fiˈla.ci.a/Ορισμοί
- το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων όπως μετοχών, ομολογιών, εργαλείων χρηματαγοράς (π.χ. παράγωγα) και τίτλους ιδιοκτησίας που κατέχει κάποιος
- ο τομέας ευθύνης ενός υπουργείου
Ισοδύναμα
English
Portfolio
Παραδείγματα
“το χαρτοφυλάκιό του περιέχει κυρίως τίτλους ξένων εταιρειών και ένα μικρό μέρισμα κρατικών ομολογιών”
“ο κος Χ πήρε το χαρτοφυλάκιο των Οικονομικών”
“υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.