HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χαρισματικός | Babel Free

Adjective CEFR C2 Specialized
/xa.ɾi.zma.tiˈkos/

Ορισμοί

  1. που έχει ένα μεγάλο χάρισμα ή και πολλά, που είναι προικισμένος με ιδιαίτερα ταλέντα
  2. ξεχωριστά ωραίος, καλός, εξαιρετικός
  3. που εμπνέουν και έχουν τη λαϊκή αποδοχή

Ισοδύναμα

English Charismatic

Παραδείγματα

“Είναι έξυπνος, καλός, πράος, δουλευταράς: χαρισματικός άνθρωπος!”
“※ Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
“έχει χαρισματική γραφή”
“χαρισματικός ηγέτης”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χαρισματικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course