Meaning of χαρισματικός | Babel Free
/xa.ɾi.zma.tiˈkos/Ορισμοί
- που έχει ένα μεγάλο χάρισμα ή και πολλά, που είναι προικισμένος με ιδιαίτερα ταλέντα
- ξεχωριστά ωραίος, καλός, εξαιρετικός
- που εμπνέουν και έχουν τη λαϊκή αποδοχή
Ισοδύναμα
English
Charismatic
Παραδείγματα
“Είναι έξυπνος, καλός, πράος, δουλευταράς: χαρισματικός άνθρωπος!”
“※ Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
“έχει χαρισματική γραφή”
“χαρισματικός ηγέτης”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.